Patrick Leigh Fermor (1915-2011)

Ταξιδιώτης από τα νεανικά του χρόνια, ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας, ως γνήσια αναγεννησιακή φυσιογνωμία περπάτησε παράλληλα τα μονοπάτια της γνώσης και της δράσης. Συχνά έλεγε ότι  «πατρίδα είναι εκεί όπου έχουμε τα βιβλία μας». Έκανε την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του και ως «σύγχρονος Λόρδος Μπάυρον», όπως έγραψε η “Ντέιλι Τέλεγκραφ”,  αγάπησε την πατρίδα μας, μίλησε τη γλώσσα μας, έγραψε για την Ελλάδα και έζησε σ’ ένα μικρό χωριό της. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ μπορεί να έφερε τον τίτλο του σερ, αγαπούσε ωστόσο να τον φωνάζουν Παντελή οι συγχωριανοί του στην Καρδαμύλη. Ο μεγάλος φίλος της χώρας μας πέθανε στα 96 του χρόνια την Παρασκευή μετά από μακρά ασθένεια.

Ο μεγάλος ταξιδιωτικός συγγραφέας πρώτα έζησε και μετά έγραψε. Και έζησε τα πάντα, από ταξίδια από τη μια άκρη της Ευρώπης στην άλλη, μέχρι το σχέδιο απαγωγής ενός Γερμού αξιωματικού στην υπό κατοχή Κρήτη τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως πάνω απ’όλα, έζησε και αγάπησε με πάθος την ίδια την Ελλάδα. Μέχρι το τέλος.

Ο Patrick Leigh Fermor μπορεί να έχει γράψει μερικά από τα πιο διάσημα ταξιδιωτικά βιβλία και να έχει τιμηθεί γι’αυτά, όμως ίσως η σημαντικότερη ιστορία που αφήνει πίσω του -καθώς πέθανε το απόγευμα της Παρασκευής 10 Ιουνίου- είναι η περιπέτεια της ίδιας της ζωής του. Τόσο πλούσια σε εμπειρίες, τοποθεσίες και αναπάντεχες εναλλαγές, που δεν είναι καθόλου να απορείς πώς μπόρεσε αυτός, ένας Λονδρέζος, γιος ενός Sir, να αναπνεύσει τον κόσμο γύρω του, να κατανοήσει τα κρυμμένα του μυστικά, και να φωτίσει με τα βιβλία του τις πιο αδιόρατές του λεπτομέρειες.

Μεγάλος λάτρης της χώρας μας, πέρασε εδώ τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και συνέδεσε το όνομά του με την Ελλάδα την οποία λάτρεψε, πολεμώντας σε αυτό το έδαφος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφοντας κλασικά βιβλία για τη Μάνη και τη Ρούμελη, και τελικά μένοντας στην Καρδαμύλη, στα νότια της Πελοποννήσου. Αν και 96, τα χρόνια της ζωής του φαντάζουν λίγα, για έναν άνθρωπο που κατάφερε όσο ελάχιστοι να συνδέσουν την διανόηση με τη δράση, σαν ένας συνδυασμός James Bond με Λόρδο Βύρωνα.

Στο Λονδίνο γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1915. Ο πατέρας του, Sir Lewis Leigh Fermor ήταν διευθυντής του Γεωλογικού Κέντρου Ερευνών της Ινδίας, χώρα στην οποία έζησε η οικογένειά του
τον πρώτο καιρό μετά την γέννησή του – χωρίς αυτόν. Γι’αυτό και στα 4 πρώτη έτη της ζωής του τον μεγάλωσε ένας αγρότης στο Νορθάμπτον, αφήνοντάς τον να τρέχει ελεύθερα ανακαλύπτοντας τα γύρω χωράφια για όσο είχε όρεξη και δύναμη.

Η ίδια δίψα για ανακάλυψη δεν άργησε να φανεί και στις αποφάσεις του Patrick. Μετά από μια επεισοδιακή εφηβεία (που τον είδε να αποβάλλεται από σχολεία λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς) και μετά το διαζύγιο των γονιών του, έφυγε στα 18 του από την Αγγλία χωρίς να έχει τελειώσει σπουδές σε τίποτα. Αντ’αυτού, πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο: Να ταξιδέψει. Όσο πολύ μπορεί. Όπου μπορεί.

Το Δεκέμβριο του 1933 ξεκίνησε το Μεγάλο Ταξίδι, με ελάχιστα χρήματα για εφόδια. Από το Χουκ της Ολλανδίας διέσχισε τη Γερμανία του Hitler, πέρασε από την Τρασνυλβανία, έφτασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη (την οποία, να σημειωθεί, πολύ συνειδητά αποκαλούσε έτσι ακριβώς, κι όχι Ισταμπούλ), σε ένα ταξίδι μέσα από μια ήπειρο που έβραζε, στο χείλος κοσμογονικής αλλαγής. Οι αναμνήσεις του, οι εμπειρίες του, τα μαθήματα ζωής που πήρε από αυτό το ταξίδια διάρκειας ενός έτους, θέλησε να τα καταγράψει. Κι έτσι κάπως γεννήθηκε η -ανολοκλήρωτη ακόμα- τριλογία που σημάδεψε το έργο του Fermor. Το 1977 δημοσιεύει το “Ένας Καιρός Δώρων” και το 1986 ακολουθεί το “Μεταξύ των Δασών και των Ποταμών”.

(Το τρίτο μέρος το ολοκλήρωνε στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων – έχοντας πλέον μάθει να γράφει σε γραφομηχανή. Είναι άγνωστο το στάδιο στο οποίο βρισκόταν, καθώς και το κατά πόσο είχε ακόμα φρέσκες αναμνήσεις περιστατικών που συνέβησαν σχεδόν 80 χρόνια πριν.)

Ναι λοιπόν, 9 χρόνια κενό ανάμεσα στα δύο αυτά βιβλία. Η γνωστή του τελειομανία ήταν κάτι που του απαγόρευσε να έχει μεγαλύτερο σύνολο έργου, όμως από την άλλη ευθύνεται για την ποιότητα των όσων γραπτών του παρέδωσε. Βιβλία πλήρη σε σκέψεις, γραμμένα με χιούμορ και οξυδέρκεια, γεμάτα με ουσιαστικές παρατηρήσεις για τα μέρη που ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί, για τον τοπικό πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, ακόμα και την ψυχολογία και την ταυτότητα των ντόπια. Αληθινές ηθογραφίες.

Διόλου τυχαία, μερικά από τα βιβλία που σημάδεψαν την καριέρα του, ήταν για τη Μάνη και τη Ρούμελη, περιοχές όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Στην Ελλάδα πρωτοήρθε στα 19 του, έζησε στην Αθήνα, στη Μακεδονία, σε ένα μοναστήρια στον Άθω. Η κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον υποχρέωσε να επιστρέψει στην Αγγλία, όμως η Ελλάδα δεν έφυγε ποτέ από μέσα του. Μάλιστα, λόγω ακριβώς της σχέση του με αυτήν, τοποθετήθηκε ειδικός σύνδεσμος με την Ελλάδα στον αγγλικό στρατό. Πολέμησε στην Αλβανία και πήρε μέρος στη μάχη της Κρήτης το 1941.

Πέρασε τον επόμενο ενάμιση χρόνο με την ταυτότητα βοσκού στην Κρήτη, ως πράκτορας των Άγγλων. Ζούσε σε απομακρυσμένες σπηλιές με αποστολή να σαμποτάρει τα σχέδια των Ναζί. Κι αν αυτό σου ακούγεται σαν μέρος κάποιας Χολιγουντιανής περιπέτειας εποχής, περίμενε να φτάσουμε στο καλό κομμάτι: Ο Fermor τον Απρίλιο του 1944 ηγήθηκε της επιχείρησης απαγωγής του Γερμανού Στρατηγού Karl Kreipe. Ενα κατόρθωμα για το οποίο ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ γραμμή, αλλά διαδόθηκε μέσω του βιβλίου «Met by moonlight», που έγραψε ο υπαρχηγός της ομάδας του, Στάνλεϊ Μος, αλλά και της ομώνυμης ταινίας όπου τον Φέρμορ ενσαρκώνει ο Ντερκ Μπόγκαρντ.

Σχεδόν ένα μήνα διήρκησε η επιχείρηση, αρχικά με τον Fermor και τον συνεργάτη του να μεταμφιέζονται δεκανείς του γερμανικού στρατού, να σταματούν το αυτοκίνητο που μετέφερε τον Kreipe (τότε διοικητή του νησιού) και να ξεφορτώνονται τον σοφέρ και την συνοδεία του Στρατηγού. Τον έκρυψαν στο αυτοκίνητο, διέσχισαν το Ηράκλειο και διέφυγαν. Για βδομάδες προσπαθούσαν να ξεφύγουν οριστικά από τον στρατό που είχε ξεχυθεί στο κυνήγι του.

Σε μια στάση του μεγάλου αυτού ταξιδιού, κοιτώντας από μια χιονισμένη ψηλοκορφή του Όρους Ίδα, ο Kreipe ξεκίνησε την απαγγελία ενός στίχου του Ορατίου, ένα βιβλίο του οποίου κουβάλαγε πάντού μαζί του ο Fermor στη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού στα 18 του. Όπως θα υποθέσεις, εξεπλάγην – και ανέλαβε να συνεχίσει ο ίδιος την απαγγελία. Αδιανόητα, μετά από αυτό το περιστατικό οι δυο άντρες έγιναν κάτι σαν φίλοι.

(Και μιλώντας νωρίτερα για Χολιγουντιανές περιπέτειες, μετά κι από αυτό το περιστατικό δεν είναι καθόλου να απορείς που η ιστορία αυτής της απαγωγής έγινε όντως ταινία. To “Night ambush” του 1957 από το σπουδαίο κινηματογραφικό δίδυμο των Michael Powell & Emeric Pressburger βασίστηκε στο βιβλίο “Ill met by moonlight” του 1950 και εξιστορεί την απαγωγή του Kreipe. Τη μουσική μάλιστα υπογράφει ο Μίκης
Θεοδοράκης.)

Μετά το τέλος του πολέμου ο Fermor έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα (όπου γνώρισε και τον Σεφέρη) και έπειτα στην Πελοπόννησο. Το 1958 εξέδωσε τη “Μάνη” και το 1966 τη “Ρούμελη”. «Η αγάπη μου για την Ελλάδα είναι απόλυτη,» έχει πει, κάτι που θα ήταν σαφές για οποιονδήποτε έχει διαβάσει λίγες έστω σελίδες από αυτά τα βιβλία. Το 1968 παντρεύτηκε (αν και δεν απέκτησε ποτέ παιδιά), ενώ στη διάρκεια
της συναρπαστικής ζωής του τιμήθηκε με τη διάκριση OBE (μια από τις βαθμίδες ιπποτισμού της βρετανικής αυτοκρατορίας). Πριν 4 χρόνια, του αποδόθηκε η τιμή του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος της Ελλάδας, που απονέμεται σε ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος που ανεβάζουν το πρεστίζ της χώρας.

Όμως ό,τι διάκριση και να αναφέρεις μοιάζει λίγη, τόσο μπροστά στο έργο του μεγάλου ταξιδιωτικού συγγραφέα, όσο στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής του, που κρύβεται πίσω από αυτό. Το BBC κάποτε τον χαρακτήρισε ως “μια συνάντηση του Indiana Jones και του Graham Greene”, και δε δυσκολεύεσαι να δεις το γιατί, μιας και τελικά η σύνοψη και μόνο της βιογραφίας του μοιάζει με το μεγαλύτερο ταξίδι
όλων: εκείνο που διασχίζει ολόκληρο τον 20ο αιώνα.

Οι φίλοι του στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου έζησε τις τελευταίες δεκαετίες, τον φώναζαν Παντελή (από το Πάτρικ Λι), ενώ στην Κρήτη τα χρόνια της Αντίστασης τον ήξεραν με το ψευδώνυμο Μιχάλης. Aπό το 1960 εγκαταστάθηκε στην Καρδαμύλη, στο σπίτι που σχεδίασε με τη γυναίκα του, φωτογράφο Τζόαν Λη Φέρμορ, η οποία πέθανε το 2003. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται «Το Δέντρο του Ταξιδιώτη», «Τα βιολιά του Σαιν Ζακ», «Μάνη – Ταξίδια στην Πελοπόννησο», «Ρούμελη», «Η εποχή της Δωρεάς – Πεζός στην Κωνσταντινούπολη: Από το Χουκ της Ολλανδίας στον Μέσο Δούναβη», «Ανάμεσα στα Δάση και τα Νερά», «Φιλολογικές διαδρομές στην Ελλάδα» κ.ά.

πηγή: www.men24.gr

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: