CHARLIE CHAPLIN- 122 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ »CHARLOT»

                                        

Ο Σερ Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν ο νεότερος (Charles Spencer Chaplin Jr, 16 Απριλίου 1889 – 25 Δεκεμβρίου 1977), γνωστότερος με το υποκοριστικό Τσάρλι και, στην Ελλάδα κυρίως, με το προσωνύμιο «Σαρλό», υπήρξε Άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης, που μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλυγουντ. Από τους πιο γνωστούς κινηματογραφικούς «αστέρες» πριν το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστός και ως «Σαρλό» (κωμικό-τραγικός τύπος με φαρδιά παντελόνια, κοντό μουστάκι, τρύπια παπούτσια και το χαρακτηριστικό μπαστούνι που ο ίδιος δημιούργησε).  Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα Σαρλό που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του και είναι σχεδόν ταυτόσημος με το βουβό κινηματογράφο, την εποχή που ο ομιλών κινηματογράφος ήταν ήδη πραγματικότητα. Στο διάστημα 1912- 1918 αξιοποίησε το ταλέντο του σε πολλές μικρές κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου, δημιουργώντας τον τύπο του Σαρλό. Ο ίδιος όχι μόνο πρωταγωνιστούσε αλλά ήταν επίσης ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και συνθέτης της μουσικής των ταινιών του. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε μέσα από τις μεγάλου μήκους ταινίες του, όπως οι Μοντέρνοι καιροί, ο Μεγάλος Δικτάτωρ, Τα φώτα της πόληςο κύριος Βερντού και άλλες, που τον κατέταξαν ανάμεσα στους σημαντικότερους δημιουργούς της έβδομης τέχνης.Το 1952, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου και της Μαύρης Λίστας, έπεσε σε δυσμένεια λόγω των αριστερών πολιτικών φρονημάτων του. Ενώ ταξίδευε προς το Λονδίνο, έμαθε την απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης να άρει τη βίζα του και επομένως το δικαίωμα επιστροφής. Μετά από αυτό το γεγονός παρέμεινε οριστικά στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα στο Βεβέ της Ελβετίας όπου πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου του 1977. Στο διάστημα αυτό ταξίδεψε στην Αμερική μόνο μια φορά, το 1972, προκειμένου να παραλάβει το ειδικό Τιμητικό Όσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κερδίζοντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δέκατο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών. Επίσης βραβεύτηκε από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, αφού η μουσική πολλών βωβών ταινιών είναι γραμμένη από αυτόν, ενώ η Βασίλισσα της Αγγλίας τον έχρισε ιππότη το 1975. Το 1964 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του.

                              

Ο Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1889 στο Λονδίνο. Οι γονείς του, Τσαρλς Τσάπλιν και Χάνα Χάριετ Πέντλιγκχαμ Χιλ ήταν καλλιτέχνες του μιούζικ χολ. Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και ένα χρόνο μετά τη γέννηση του Τσάρλι εγκατέλειψε τη σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά, τον Τσάρλι και τον μεγαλύτερο αδερφό του, Σίντνεϊ, που είχε γεννηθεί εκτός γάμου. Έτσι, αναγκαστικά, ο Τσάρλυ συνόδευε τη μητέρα του στις επαρχιακές περιοδείες της. Λίγο αργότερα η Χάνα εμφάνισε προβλήματα υγείας, εγκατέλειψε την καριέρα της και άρχισε να δουλεύει ως ράφτρα. Καθώς δεν είχε αρκετά χρήματα και ο πρώην σύζυγος της σπάνια τους βοηθούσε οικονομικά, αναγκάστηκε να ζήσει με τα παιδιά της σε διάφορα διαμερίσματα υπό άθλιες συνθήκες. Το 1895 μπήκε σε άσυλο φτωχών στο Λάμπεθ και τα δύο παιδιά της μεταφέρθηκαν σε ένα σχολείο για ορφανά και εγκατελειμένα παιδιά από το οποίο είχαν τις χειρότερες αναμνήσεις. Τρία χρόνια αργότερα, και αφού η μητέρα τους μπήκε σε άσυλο φρενοβλαβών και ανίατων ψυχικών νοσημάτων στο Κέιν Χιλ, ο πατέρας τους ανέλαβε με δικαστική απόφαση την επιμέλειά τους. Η ζωή όμως του Τσαρλς και του Σίντνεϊ δεν άλλαξε ουσιαστικά αφού ο πατέρας τους συνέχιζε να πίνει και οι δύο τους μεγάλωναν με την ερωμένη του πατέρα τους που ήταν επίσης αλκοολική. Αργότερα έζησαν ξανά για ένα διάστημα με την μητέρα τους που βγήκε προσωρινά από το άσυλο, ενώ ο Τσαρλς Τσάπλιν σένιορ πέθανε σε ηλικία 37 ετών από το αλκοόλ και διάφορες ασθένειες, ενώ ο μικρός Τσαρλς ήταν μόλις 10 ετών. Τον Μάιο του 1903 η Χάνα ξαναμπήκε στο άσυλο και ο μικρός Τσάρλι εγκαταστάθηκε με τον αδερφό του σε ένα διαμέρισμα. Όταν όμως έχασε το πατέρα του και η μητέρα του έμεινε άνεργη, ο μικρός Τσάρλι για να μπορέσει να βγάλει χρήματα, ξεκίνησε να δουλεύει ως καλλιτέχνης του δρόμου. Αυτοσχεδίαζε μικρά χορευτικά στους δρόμους του Λονδίνου και μάζευε χρήματα.

                                     

Ο Τσάρλι Τσάπλιν βγήκε για πρώτη φορά στη σκηνή στην ηλικία των πέντε ετών, όταν ακόμα η μητέρα του δεν είχε εγκαταλείψει την καριέρα της, για να την αντικαταστήσει ένα βράδυ που ήταν άρρωστη, εκτελώντας με κωμικό τρόπο ένα τραγούδι-σουξέ μέσα σε καταιγισμό χειροκροτημάτων. Αργότερα, με μεσολάβηση του πατέρα του, έγινε μέλος του παιδικού θιάσου Οι οκτώ λεβέντες του Λανκασάιρ με μισθό μισή κορώνα την εβδομάδα. Τον Ιούλιο του 1903 ο Τσάρλι έγινε μέλος ενός θιάσου και έπαιξε στην παράσταση Τζιμ, το μυθιστόρημα ενός Λονδρέζου, στην οποία υποδυόταν ένα χαμίνι στους δρόμους του Λονδίνου. Στη συνέχεια έπαιξε στην αστυνομική κωμωδία Σέρλοκ Χολμς που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Το Σεπτέμβριο του 1905 ο θίασος έφυγε για τουρνέ στις Η.Π.Α. χωρίς όμως τον Τσάρλι. Τον Ιούλιο του 1906 ο Σίντνεϊ προσλήφθηκε από τον διάσημο θιασάρχη του μιούζικ χολ Φρεντ Κάρνο και ο Τσάρλι στο θίασο Casey’s Court Circus. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιοδείας γνωρίστηκε με τον Άρθουρ Στάνλεϋ Τζέφερσον που αργότερα θα γινόταν γνωστός ως Σταν «ο Λιγνός» Λόρεν από τις ταινίες «Χοντρός και Λιγνός». Ο Τσάπλιν και ο Λόρελ μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο σε μια εστία. Δύο χρόνια αργότερα ο Τσάρλι προσλήφθηκε και αυτός στο θίασο του Κάρνο και έκανε τον μεθύστακα σε μια παράσταση παντομίμας, στο Mumming Birds. To φθινόπωρο του 1910 ο Τσάρλι ταξίδεψε με τον θίασο στην Αμερική, στα τέλη της επόμενης χρονιάς επέστρεψε στην Αγγλία και αφού μετέφερε την μητέρα του σε καλύτερο ίδρυμα, ξαναέφυγε με τον ίδιο θίασο για την Αμερική όπου παρέμεινε πολλά χρόνια.

Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμερική ο Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Κιστόουν του Μακ Σένετ, που εκείνη την εποχή είχε διάσημους κωμικούς (τον Φορντ Στέρλινγκ, τον Φατι-Ρόσκο Άρμπακλ, τη Μέιμπελ Νόρμαντ κ.ά.), με αμοιβή 150 δολάρια την εβδομάδα και τον Ιανουάριο του 1914 έπαιξε στην ταινία Για να κερδίσει το ψωμί του στην οποία υποδύθηκε έναν απατεώνα με κοστούμι λόρδου. Η δεύτερη περιοδεία του Τσάπλιν με το θίασο του Κάρνο Τρουπέ έτυχε της προσοχής του Μακ Σένετ και της Μέιμπελ Νόρμαντ που διεύθυναν τα στούντιο της Keystone Film Company. Ο Σένετ προσέλαβε τον Τσάπλιν για την ταινία «Making a Living» αλλά η «αναιμική» εμφάνιση του Τσάπλιν τον έριξαν αμέσως μετά θεώρησε ότι έκανε ένα μεγάλο λάθος. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι η Νόρμαντ ήταν αυτή που έπεισε την Keystone Film Company για μια δεύτερη ευκαιρία. Η συνεργασία με τη Νόρμαντ, αν και ταραχώδης, ήταν ιδιαίτερα αποδοτική. Μια γυναίκα σκηνοθέτης-συγγραφέας ήταν κάτι που ο Τσάπλιν δυσκολεύτηκε να καταπιεί. Τελικά οι διαφωνίες ξεπεράστηκαν, ο Τσάπλιν έκανε τις πρώτες του ταινίες και οι δύο τους έμειναν φίλοι για πολλά χρόνια μετά την περίοδο «Keystone».  Στην Κιστόουν γύρισε συνολικά 35 ταινίες μικρού μήκους στις οποίες ήταν κυρίως ο παραβάτης των κανόνων, έτοιμος πάντα για καυγά και υπέρ του δέοντος ερωτύλος. Στις ταινίες αυτές ο Τσάπλιν άρχισε να διαμορφώνει τη φιγούρα του Σαρλό, ένας καλόκαρδος αλητάκος με το κωμικό παρουσιαστικό και το στενό σακάκι, το μικρό καπέλο, το χαρακτηριστικό κοντό μαύρο μουστάκι, τα τεράστια καπέλα, το βάδισμα του πιγκουίνου, τις υπερβολικές χειρονομίες κ.ά., ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει διατηρώντας την αξιοπρέπειά του σε έναν κόσμο κοινωνικής αδικίας και ανισότητας.  Στην ίδια εταιρία για πρώτη φορά δοκίμασε την τύχη του στη σκηνοθεσία στην ταινία Πιασμένος σε καμπαρέ.

                                 

Στις αρχές του 1915 ο Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Εσανέι με μισθό 1.250 δολάρια την εβδομάδα, πριμ 10.000 δολάρια και κατοχύρωση της πλήρους καλλιτεχνικής του ελευθερίας. Στην εταιρία αυτή γύρισε 15 ταινίες μεταξύ των οποίων Ο αλήτης, με την οποία καθιέρωσε τη φιγούρα του περιπλανώμενου ανέργου. Στον Αλήτη εμφανίζεται για πρώτη φορά και ένα ακόμη στοιχείο που θα επαναληφθεί και σε άλλες ταινίες του Τσάπλιν: ο ήρωας παρεξηγεί τη φιλία της <<αγαπημένης>> του, πιστεύοντας πως είναι ερωτευμένη μαζί του, για να εξαφανιστεί διακριτικά στο τέλος, όταν εμφανίζεται αυτός που εκείνη πραγματικά αγαπά. Στις ταινίες στην Εσανέι παρτενέρ του ήταν η Έντνα Περβάιανς, πρώτη μούσα και ερωμένη του Τσάπλιν.

Το Φεβρουάριο του 1916 ο Τσάρλι Τσάπλιν υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Μιούτσουαλ για 12 ταινίες με αμοιβή 10.000 την εβδομάδα και πριμ 150.000 δολάρια. Στην Μιούτσουαλ, όπου παρέμεινε μέχρι το καλοκαίρι του 1917, γύρισε μεταξύ άλλων τις ταινίες Ο μετανάστης, Ο ενεχυροδανειστής, Ο τυχοδιώκτης, Το πατινάζ, Η θεραπεία, Ήσυχος δρόμος κ.ά. Στις ταινίες αυτές, που τις χαρακτηρίζουν οι τρελές καταδιώξεις μέσα σε περιορισμένο χώρο, τελειοποιεί την τεχνική της παντομίμας, τις χορευτικές του ικανότητες και τα διάφορα γκαγκ. Κυρίως όμως οι ταινίες του δεν περιορίζονται πλέον στο κωμικό στοιχείο, αλλά επιπλέον σχολιάζουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα, όπως π.χ. ο Μετανάστης στην οποία ο Τσάπλιν έθιξε το θέμα των μεταναστών που ταξίδευαν υπό άθλιες συνθήκες.

Γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός στο Χόλυγουντ. Αναδεικνύεται σε ανυπέρβλητο μάστορα της παντομίμας, ικανό να οδηγεί τους θεατές του από το γέλιο στο δάκρυ με μια απλή έκφραση ή χειρονομία και με χάρη που συχνά παρομοιάζεται με εκείνη ενός χορευτή μπαλέτου. Τον Ιούνιο του 1917 ο Τσάπλιν υπέγραψε με την Φερστ Νάσιοναλ συμβόλαιο 1.000.000 δολαρίων. Η συνεργασία με αυτή την εταιρία ξεκίνησε με την ταινία Σκυλίσια ζωή και ακολούθησαν Ο Σαρλό στρατιώτης, η Μέρα πληρωμής και ο Προσκυνητής. Τον Αύγουστο του 1920 ο Τσάπλιν ολοκλήρωσε το Χαμίνι, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, που στοίχισε 300.000 δολάρια και μολονότι δεν προσέλκυσε αρχικά το ενδιαφέρον των διανομέων στην Αμερική, είχε μεγάλη επιτυχία σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην ταινία, που συνδυάζει τη σάτιρα με το τραγικό στοιχείο, είναι έντονες οι μνήμες από τη δύσκολη παιδική ηλικία του Τσάπλιν. Το 1925 γύρισε τον Χρυσοθήρα, ταινία που συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, που κόστισε 650.000 και απέφερε περισσότερα από 5.000.000 δολάρια. Και εδώ συνυπάρχει το τραγικό με το κωμικό στοιχείο, αλλά και η σουρεαλιστική τρέλα και η περιπέτεια. Ο Τσάπλιν ξεκίνησε τα γυρίσματα της ταινίας με πρωταγωνίστρια την ανήλικη ηθοποίο Λολίτα ΜακΜάρεϊ, όμως τελικά την αντικατέστησε με την Τζόρτζια Χέιλ αν και αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει μεγάλο μέρος από τις σκηνές της ταινίας. Τρία χρόνια αργότερα ακολούθησε το Τσίρκο, στο οποίο ο ήρωας αποτυγχάνει ως επαγγελματίας κλόουν μπροστά στους θεατές, αλλά προκαλεί το γέλιο ως Σαρλό, στην καθημερινή του ζωή. Το Τσίρκο συνέπεσε με την προβολή της πρώτης ταινίας με ήχο (Τραγουδιστής της τζαζ) και ο Τσάπλιν, αν και είχε δηλώσει ότι σιχαίνεται τις ομιλούσες ταινίες καθώς εξαφανίζουν  την μεγάλη ομορφιά της σιωπής, επένδυσε μουσικά (συνέθεσε ο ίδιος την μουσική) και έκανε επιλεκτική χρήση των ήχων στην επόμενη ταινία του (Τα φώτα της πόλης-1931) όπου έγινε μεγάλη επιτυχία συγκινώντας το κοινό με τα μέσα που ο Charlie ήξερε καλά: με την παντομίμα, τις εκφράσεις του προσώπου και το πάθος που χαρακτήριζε τις ερμηνείες του οι διάλογοι ήταν περιττοί. Όπως έλεγε του αρκούσε ένα ωραίο κορίτσι, ένας αστυνομικός και ένα πάρκο για να κάνει μια κωμωδία. Το 1936 γύρισε τους Μοντέρνους καιρούς, την ταινία στην οποία εμφανίστηκε για τελευταία φορά ως Σαρλό με συμπρωταγωνίστρια την Πολέτ Γκοντάρ.

                             

Τον Οκτώβριο του 1940 προβλήθηκε στη Νέα Υόρκη η ταινία Ο Μεγάλος δικτάτορας, που ο Τσάπλιν είχε ξεκινήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Στην ταινία αυτή ο Τσάπλιν γελοιοποιούσε τον Χίτλερ σε μια εποχή που, και στις Η.Π.Α., υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για τον Γερμανό δικτάτορα. Ο Μεγάλος δικτάτορας δεν είχε στην Αμερική την αναμενόμενη επιτυχία και απαγορεύτηκε στις χώρες που υπήρχαν ναζιστικά καθεστώτα. Λέγεται μάλιστα, ότι ο Χίτλερ είχε λανθασμένες πληροφορίες ότι ο Chaplin ήταν εβραίος και, αφού είδε την ταινία, τον μισούσε. Παρόλα αυτά αντέγραψε το μουστάκι του Σαρλό για να μοιάσει στο λατρεμένο ήρωα και να γίνει αγαπητός από τον κόσμο. Όταν ο Charlie το έμαθε, είπε μόνο ότι θα έδινε τα πάντα για να μάθει πώς του φάνηκε η ταινία! Η παραγωγή της ταινίας ξεκίνησε το 1937, όταν ακόμα δεν υπήρχαν πολλοί που πίστευαν πως ο ναζισμός συνιστούσε απειλή, ενώ το φιλμ κυκλοφόρησε το 1940, λίγο πριν η Αμερική μπει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν κυκλοφόρησε η ταινία, ο Χίτλερ απαγόρευσε την προβολή της σε όλες τις κατεχόμενες χώρες. Περίεργος όμως ο ίδιος για το φιλμ, παρήγγειλε μια κόπια μέσω Πορτογαλίας. Την είδε δύο φορές, χωρίς κανείς να μάθει ποτέ την αντίδρασή του. Σύμφωνα με ντοκιμαντέρ για τα γυρίσματα του φιλμ, ο Τσάπλιν άρχισε να νιώθει όλο και πιο άβολα μιμούμενος τον Χίτλερ, όσο μάθαινε για τις εξελίξεις. Ο Τσάπλιν είχε την ιδέα για τη δημιουργία της ταινίας όταν ένας φίλος τού επισήμανε τη φυσική ομοιότητά του με τον Χίτλερ. Αργότερα γνώρισε πως γεννήθηκε με μια εβδομάδα διαφορά από το δικτάτορα, είχανε σχεδόν το ίδιο ύψος και βάρος, αγωνίστηκαν και οι δύο με τη φτώχεια πριν διακριθούν στο χώρο τους. Όταν έμαθε για την εθνικιστική και ρατσιστική πολιτική του Χίτλερ, εκμεταλλεύτηκε την ομοιότητά τους ως πηγή έμπνευσης για να του «επιτεθεί». Αργότερα δήλωσε πως αν γνώριζε την αληθινή διάσταση της ναζιστικής θηριωδίας «δεν θα μπορούσε να αστειευτεί με τη φονική της παράνοια».  Αυτή ήταν και η τελευταία ταινία στην οποία ενσάρκωσε το ρόλο του Σαρλό.

Το 1947, μέσα σε ένα έντονα αρνητικό κλίμα για τον ίδιο, και ενώ διάφοροι συντηρητικοί πολιτικοί ζητούσαν την απέλασή του, γύρισε την ταινία Ο Κύριος Βερντού. Αν και την υπόθεση της ταινίας ο Τσάπλιν την εμπνεύστηκε από τον Λαντρί, έναν Γάλλο δολοφόνο πλούσιων κυριών, ήταν φανερό ότι η ταινία στόχευε σε αρνητικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας. Ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών δέχτηκαν πιέσεις για να μην προβάλλουν την ταινία η οποία τελικά είχε παταγώδη εμπορική αποτυχία. Αντίθετα, η ταινία Τα Φώτα της ράμπας, μια ταινία πάνω στα γηρατειά και το θάνατο, που ολοκληρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα, είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, εκτός όμως της Αμερικής, όπου και πάλι πολλοί αιθουσάρχες δεν πρόβαλλαν την ταινία.

Μετά την άρση της βίζας του από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο Τσάπλιν με την τέταρτη σύζυγό του, Όνα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελβετία. Μέχρι το θάνατό του το 1977 γύρισε άλλες δύο ταινίες: την αντιμακαρθική σάτιρα Ένας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη (1957) και δέκα χρόνια αργότερα την Κόμισσα του Χονγκ Κονγκ με τη Σοφία Λόρεν και τον Μάρλον Μπράντο. Το 1975 ανακηρύχτηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ.

Στη ζωή του Τσάρλι Τσάπλιν υπήρξαν πολλές γυναίκες. Ο Τσάπλιν παντρεύτηκε τέσσερις φορές, όλες με συναδέλφους του. Εκτός των τεσσάρων γάμων του όμως είχε και πολλές άλλες σχέσεις. Συνολικά απέκτησε 11 παιδιά, ένα από τον πρώτο γάμο, που πέθανε λίγες μέρες μετά τη γέννα, δύο από το δεύτερο και οκτώ από τον τρίτο, με την Όνα, κόρη του Ευγένιου Ο’Νηλ, που όταν έγινε ο γάμος, το 1943, ήταν μόλις 18 ετών και ο Τσάρλυ 54. Αυτός ο γάμος κράτησε τριάντα τέσσερα χρόνια, μέχρι το θάνατό του Τσάπλιν. Λέγεται μάλιστα ότι από τη σχέση του αυτή εμπνεύστηκε ο Αλεξάντρ Ναμπόκοφ το βιβλίο του «Λολίτα».

Καθώς ο Τσάπλιν με πολλές από τις ταινίες του έθιγε αρνητικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας, διάφορες κοινωνικές ομάδες θεωρούσαν ότι θίγονται από το έργο του και έψαχναν αφορμές για να τον χτυπήσουν. Έτσι, όταν μια πρώην ερωμένη του ηθοποιού, η Τζόαν Μπάρι, εισέβαλε με ένα όπλο στο σπίτι του απειλώντας να τον σκοτώσει και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει και έπειτα ζήτησε να αναγνωριστεί δικαστικά ότι πατέρας του παιδιού που επρόκειτο να γεννήσει ήταν ο Τσάπλιν, πουριτανικές οργανώσεις γυναικών, σύνδεσμοι παλαιών στρατιωτών καθώς και το ίδιο το FBI την υποστήριξαν. Τελικά το δικαστήριο δικαίωσε την Μπάρι, μολονότι το τεστ αίματος που έγινε για να αποδειχθεί αν ο Τσάπλιν ήταν ο πατέρας ήταν αρνητικό.

Ο Σαρλό που αγαπήσαμε λέγονταν Σαρλό μόνο στην Ευρώπη (Γαλλία, Ισπανία, Ανδόρα, Ελλάδα, Ρουμανία, Πορτογαλία και Τουρκία). Στη Λατινική Αμερική (Βραζιλία και Αργεντινή) ήταν ο Καρλίτος, ενώ στη Γερμανία ήταν ο Παγαμπόντης. Ένας αγύρτης με τρόπους και αξιοπρέπεια τζέντλεμαν. Πέθανε στον ύπνο του από γεράματα τα Χριστούγεννα του 1977. Οι ταινίες του ακόμη και τώρα παραμένουν κλασσικές και προβάλλουν τη διαχρονική αξία της αισιοδοξίας και του αμετάβλητου ανθρώπινου πνεύματος σ’ έναν χαοτικό κόσμο. Οι θεατές παγκοσμίως μπορεί να τον λάτρεψαν, οι επικριτές του όμως στην Αμερική ήταν πολλοί. Αιτίες ήταν άλλοτε τα πολιτικά του φρονήματα (κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής από το Χόλυγουντ και πικραμένος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία το 1952) και άλλοτε η προσωπική ζωή του. Καθώς έκανε τέσσερις γάμους εκ των οποίων οι δύο με ανήλικες νύφες. Παράλληλα, με την άνοδο του Μακαρθισμού στις ΗΠΑ, ο Τσάπλιν γίνεται στόχος του FBI για τις αριστερές του πεποιθήσεις. Το 1952 και ενώ ήταν στο Λονδίνο για την πρεμιέρα μιας ταινίας, το FBI προσπάθησε να ανακαλέσει την άδεια εισόδου στις ΗΠΑ. Κουρασμένος από τις διώξεις, ο Τσάπλιν παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια επιστροφής δηλώνοντας ότι «για φιλελεύθερα άτομα όπως ο ίδιος, δε συντρέχουν οι συνθήκες για καλλιτεχνική δημιουργία στην Αμερική».  Προς το τέλος του πολέμου, η άρνηση του να στηρίξει ανοιχτά την πολεμική προσπάθεια και δύο φιλοκομμουνιστικές (για τα αμερικάνικα δεδομένα) διαλέξεις τον έβαλαν στο στόχαστρο της δικαιοσύνης. Ο εισαγγελέας του απαγγέλει κατηγορίες σύμφωνα με το νόμο Μανν για σωματεμπορία, προαγωγή στην πορνεία και ανηθικότητα. Αν και αθωώνεται λίγα χρόνια αργότερα, η δίκη καταστρέφει για πάντα τη δημόσια του εικόνα.

-«Είμαι απλώς και μόνο ένας κλόουν. Αυτό και μόνο με συγκαταλέγει σε πολύ ανώτερη θέση από οποιονδήποτε πολιτικό».- «Το χειρότερο που μπορείς να πάθεις είναι να συνηθίσεις στην πολυτέλεια».- Ήταν ο πρώτος κινηματογραφικός ήρωας που έγινε κόμικ το 1916 καθώς επίσης και ο πρώτος ηθοποιός που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Time το 1925.- Έγινε δύο φορές γραμματόσημο: το 1994 μαζί με άλλους γνωστούς κωμικούς της ίδιας εποχής και το 1998 για το κλείσιμο της χιλιετίας.- Συμπεριλαμβάνεται στη λίστα του περιοδικού Empire των 100 μεγαλύτερων σταρ όλων των εποχών. -Το 1992 γυρίστηκε ταινία με θέμα τη ζωή του, στην οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούσε ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ. -Ο Chaplin, με το χιούμορ που τον χαρακτήριζε, έλαβε κάποτε μέρος σε διαγωνισμό με σωσίες του Σαρλό, και, παραδόξως, κέρδισε μόλις την τρίτη θέση! -Η μητέρα του ανήκε στη φυλή Ρομανισαλ (Άγγλοι Αθίγγανοι).
-Το 1978 το πτώμα του εκλάπη από τον τάφο του και βρέθηκε μετά από 3 μήνες. Ο Τσάπλιν ήταν γνωστός στους συνεργάτες του για την τελειομανία του. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Gold Rush, η σκηνή που ο «Μοναχικός Χρυσοθήρας» τρώει τα κορδόνια του γυρίστηκε τόσες φορές που ο Τσάπλιν χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο από υπερβολική πρόσληψη σακχάρου. Τα κορδόνια ήταν από γλυκόριζα.

 Φιλμογραφία

  • Ο μετανάστης , 1917
  • Το Χαμίνι (The Kid), 1921
  • Μια Γυναίκα από το Παρίσι (A Woman of Paris), 1923
  • Ο Χρυσοθήρας (The Gold Rush), 1925
  • Το Τσίρκο (The Circus), 1928
  • Τα Φώτα της Πόλης (City Lights), 1931
  • Μοντέρνοι Καιροί (Modern Times), 1936
  • Ο μεγάλος Δικτάτωρ (The Great Dictator), 1940
  • Ο κύριος Βερντού (Monsieur Verdoux), 1947
  • Τα Φώτα της Ράμπας (Limelight), 1952
  • Ένας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη (A King in New York), 1957

by xamenostoneiro

Advertisements
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: